5ente

 Proudly created with Wix.com

  • Facebook - White Circle
  • Twitter - White Circle

Οροπέδιο και Κορυφή Πάρνωνα

(Μπορείτε να κατεβάσετε το άρθρο σε μορφή pdf

... ή να συνεχίσετε την ανάγνωση από την ιστοσελίδα)

      Το όρος Πάρνωνας (ονομασία γνωστή από τα αρχαία χρόνια) ή "Μαλεβός" (ονομασία νεότερων χρόνων) ή "Κρόνιον" (γιατί φέρεται σαν το ιερό βουνό του Κρόνου), είναι ο μεγαλύτερος ορεινός όγκος της Πελοποννήσου και καλύπτει ολόκληρη την ανατολική πλευρά της Αρκαδίας. Βόρεια αρχίζει ήρεμα την ανύψωσή του από το τέρμα του Τεγεατικού οροπεδίου, με υψηλότερο σημείο την Ψηλή Ράχη (όπου είναι και τα ερείπια του ιερού της Αρτέμιδος Κνακεάτιδος), εκτείνεται σε ολόκληρη την Κυνουρία, κατεβαίνει στη Λακωνία και φθάνει στον Κάβο-Μαλιά σε μήκος 70 χιλ. Ανατολικά ξεκινά από το Αιγαίο και καταλήγει ομαλά στην κοιλάδα του Ευρώτα. Αλλά και μέσα στη Μεσόγειο Θάλασσα, τα Κύθηρα, η Όνου Γνάθος (σημερινή Ελαφόνησος ) και άλλες νησίδες και σκόπελοι, αποτελούν την προέκταση του ορεινού όγκου του Πάρνωνα.

Ο ορεινός του όγκος καταλαμβάνει έκταση 2 εκ. στρέμ., από τα οποία τα 650.000 είναι πάνω από την ισοϋψή των 1000 μ. Ψηλότερη κορυφή του είναι η Μεγάλη Τούρλα (ή Κρόνιο), με υψόμετρο 1936μ. Υπάρχουν 10 ακόμα κορυφές πάνω από τα 1500 μ. Από αυτές οι σημαντικότερες είναι η μικρή Τούρλα, (1800μ.), Γαϊτανοράχη, (1801μ.), Προφήτης Ηλίας (1788) και Πρεζέση (1701). Το 86% της συνολικής του έκτασης είναι δάση και βοσκοτόπια και το 15% γεωργική γη.  Το κλίμα του Πάρνωνα είναι ήπιο με σχετικά μικρή διάρκεια χιονοκάλυψης.

http://arcadia.ceid.upatras.gr/arkadia/places/parnon.htm

 

     Η ιδέα έπεσε στις αρχές Ιουνίου: Διανυκτέρευση στο Οροπέδιο του Προφήτη Ηλία στον Πάρνωνα. Δυο βράδια ήταν ο αρχικός σχεδιασμός. Κανονίστηκε για τα μέσα Ιουλίου.

Τελικά καταφέραμε να πάμε μόνο για μια διανυκτέρευση. Ο Κυριάκος και η Μαρία, ο Γιάννης και η Ελένη, ο Στράτης και η Μαρία ανέβηκαν από την Τρίτη. Εμείς φορτώσαμε το Van με τα μπαγκάζια μας και με τα ποδήλατά μας και ξεκινήσαμε Τετάρτη πρωί.

17 χιλιόμετρα από Άνω Δολιανά έως Άγιο Πέτρο. Ο δρόμος στενός με πολλές στροφές και δεν μπορείς να μην αναρωτηθείς πως στο καλό τα καταφέρνουν οι οδηγοί των λεωφορείων που μεταφέρουν τις ορδές των προσκυνητών στο ιερό μαγαζί της Μονής Μαλεβής. Εκτός και αν οι προσευχές τόσων πιστών πιάνουν τόπο τελικά.

     Μετά τον Άγιο Πέτρο αρχίζουμε να ανεβαίνουμε τον ασφαλτόδρομο προς το καταφύγιο. Στενός κι αυτός αλλά σε σχετικά καλή κατάσταση, αν σκεφτείς πως ίσως δεν έχει συντηρηθεί ποτέ.

Σε περίπου έξι χιλιόμετρα συναντάμε αριστερά τον χωματόδρομο που θα μας οδηγήσει στο δάσος της Σίταινας και τελικά στο οροπέδιο. Η πινακίδα που έπρεπε  να στέκει εκεί περήφανη (όπως άλλωστε και όλες οι πινακίδες), είναι πεσμένη και κρυμμένη καλά, κάπου ανάμεσα στα αγριόχορτα. Ευτυχώς κάτι θυμάμαι από παλιότερες επισκέψεις μου και προλαβαίνω να σταματήσω λίγο αφού προσπερνάμε. Αναστροφή λοιπόν και… έκπληξη. Από την αντίθετη πλευρά υπάρχει πινακίδα.

Μπαίνουμε στον χωματόδρομο και σχεδόν αμέσως καταλαβαίνουμε ότι δεν είναι φτιαγμένος για το Πεζό BOXXER. Σκέφτομαι ότι αν το κακόμοιρο το αυτοκινητάκι είχε χέρια θα μας μούτζωνε για την ταλαιπωρία που το υποβάλλουμε. Κι αν είχε και πόδια θα τα χρησιμοποιούσε και αυτά για τον ίδιο ευγενή σκοπό.

Πέτρες. Πολλές πέτρες, διαφόρων μεγεθών. Άλλες χωμένες βαθιά και άλλες τόσο χαλαρές που κάνουν τους τροχούς να σπινάρουν. Και σαν να μην έφτανε η κατάσταση του δρόμου, έπρεπε να διανύσουμε και μια πολύ μεγάλη απόσταση με κλειστά παράθυρα μες στο λιοπύρι, γιατί, στο πλάι του δρόμου, ήταν παρκαρισμένες εκατοντάδες κυψέλες με εκατοντάδες χιλιάδες μέλισσες, που μπορεί και να θύμωναν που τους χαλάσαμε την ησυχία.

      Και ήταν επίσης και τα νεροφαγώματα. Σε όλα τα πιθανά βάθη και πλάτη, και σε όλες τις θέσεις πάνω στο δρόμο που θα μπορούσε κανείς να φανταστεί. Ευτυχώς την προηγούμενη μέρα οι υπόλοιποι είχαν γεμίσει τα πιο βαθιά με πέτρες.

     Σε τρία χιλιόμετρα συναντάμε και τον πρώτο «λιποτάκτη». Το Seat του Γιάννη παρκαρισμένο στην άκρη του δρόμου. Εμείς απτόητοι συνεχίζουμε.

     Η διαδρομή θα πρέπει να ήταν όμορφη. Με τα διαφορετικά είδη πεύκης και τα όμορφα ρεματάκια και τις κατάφυτες πλαγιές. Υποθέτω, αφού δεν μπορούσα να κοιτάξω παρά λίγα μόλις μέτρα μπροστά από το εμπρός σύστημα του Van, που τόσο άκαρδα ταλαιπωρούσα.

     Μετά από 8 χιλιόμετρα, κατά τη διάρκεια των οποίων πείστηκα ότι το Van δεν μπορεί να πάει παντού, είδαμε το ξωκλήσι του Προφήτη Ηλία και, περνώντας δίπλα του ανεβήκαμε επιτέλους στο οροπέδιο, στα 1635 μέτρα.

     Είναι τόσο όμορφα εκεί πάνω που αμέσως ξεχνάς την όποια ταλαιπωρία. Πιστεύω πως αν τα Van μπορούσαν αν συμφωνήσουν δε θα μας  κρατούσε καμιά κακία το δικό μας.

Στο οροπέδιο υπάρχουν τέσσερα πέντε δεντράκια που ξεπερνούν το μπόι ενός ανθρώπου. Στο πιο μεγάλο από αυτά, στο κέντρο σχεδόν είχαν κατασκηνώσει οι υπόλοιποι.

Τα παιδιά κατέβασαν αμέσως τα ποδήλατα για την πρώτη βόλτα. Όλα ήταν έτοιμα, το μόνο που είχαμε να κάνουμε ήταν να παρκάρουμε και να ανοίξουμε το τσίπουρο.

     Σε λιγότερο από μιάμιση ώρα είχαμε φάει, είχαμε πιει το ποτά μας και ετοιμαστήκαμε για την μεσημεριανή σιέστα. Οι σκηνές των υπολοίπων ήταν στημένες στη δυτική πλευρά του δέντρου, οπότε εμείς παρκάραμε και στήσαμε το Van στην ανατολική, που εκείνη την ώρα είχε μια υπέροχη σκιά. Αυτό, σε συνδυασμό με το ελαφρύ αεράκι που έμπαινε από τις ανοιχτές πόρτες, έκανε την χρήση ελαφριάς κουβέρτας απαραίτητη. Οι υπόλοιποι της παρέας διασκορπίστηκαν στα τέσσερα σημεία του οροπεδίου αναζητώντας κάποια σκιά να απλώσουν τον υπνόσακό τους.

     Μόλις άρχισε να δροσίζει, συγκεντρωθήκαμε και πάλι κάτω από το δεντράκι. Θέλαμε να ανέβουμε στην κορυφή. Ο Δήμος, ο Κωστής, ο Γιάννης, οι δυο Μαρίες κι εγώ. Αποφασίσαμε να ανέβουμε από την ΒΔ πλευρά που μας φαινόταν πιο ομαλή, αφού ξέραμε πως δεν υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο μονοπάτι με σαφή σήμανση. Βάλαμε σημάδι λοιπόν την κορυφή και αρχίσαμε να ανεβαίνουμε.

     Αν και όντως δεν συναντήσαμε κάποιο μονοπάτι, η ανάβαση δεν έμοιαζε δύσκολη.  

 

     Σε κάποια σημεία φαινόταν κάτι που υποτυπωδώς θα μπορούσε να χαρακτηριστεί μονοπάτι (μάλλον κάποιοι πριν από μας είχαν την ίδια έμπνευση) το οποίο ακολουθούσαμε για λίγο, για να χάσουμε στη συνέχεια και να σταματάμε κάθε λίγο, για να διαλέξουμε το επόμενο βήμα, κάτι που έκανε την κατάσταση κουραστική και εκνευριστική.

     Η θέα όμως προς το οροπέδιο αλλά και προς όλες τις κατευθύνσεις στον ορίζοντα μας αποζημίωνε.

 

     Καθώς ανεβαίναμε βλέπαμε και κάποιες κόκκινες κουκίδες με σπρέι στα βράχια, έτσι, για να μας δείχνουν προς τα που περίπου να κατευθυνθούμε, οι οποίες ήταν αρκετά χρήσιμες πρέπει να ομολογήσω, αφού μας βοήθησαν να αποφύγουμε μεγάλους κύκλους.

   Την πορεία οδηγούσα εγώ, τρομάρα μου, ελλείψει κάποιου καλύτερου. Τα μικρά τα κατάφερναν μια χαρά.

     Σχετικά σύντομα φτάσαμε σε αυτό που, από το οροπέδιο, έμοιαζε να είναι η κορυφή, για να ανακαλύψουμε πως, λίγο πιο πέρα, υπάρχει μια πιο ψηλή προεξοχή του βουνού. Έπρεπε να κατεβούμε λίγο πιο χαμηλά και να ξανανέβουμε.

 

     Οι Μαρίες λιποψύχησαν και αποφάσισαν να πάρουν τον δρόμο της επιστροφής. Οι υπόλοιποι συνεχίσαμε.

Στο σημείο που αρχίσαμε να ανεβαίνουμε και πάλι είδαμε τα σημάδια ενός μονοπατιού που ανέβαινε από την ΝΔ πλευρά. Τα ακολουθήσαμε και πολύ σύντομα βρεθήκαμε στην κορυφή, δίπλα στο πεσμένο υψομετρικό.

Η πρώτη κορυφή των παιδιών. Και ένας από τους πιο περήφανους και συγκινημένους χαζομπαμπάδες

     Σύννεφα δεν υπήρχαν, όμως η θέα περιοριζόταν από την διάχυτη υγρασία.

     Ως φωτογράφος θα προτιμούσα ένα βοριαδάκι να έχει καθαρίσει τον ορίζοντα, αλλά μην είμαστε και πλεονέκτες.

    Όμορφες, μικρές, σχεδόν «μαλακές» χαράδρες, στα ΝΑ και στο βάθος ο Αργολικός κόλπος και το Μυρτώο πέλαγος.

       Μπροστά μας σε μια μύτη του βουνού ένας μεγάλος σωρός από πέτρες. Θα θέλαμε να δούμε από κοντά, αλλά ο ήλιος πλησίαζε προς τη Δύση και έπρεπε να αποφασίσουμε για το μονοπάτι ή καλύτερα το μη μονοπάτι της επιστροφής.

    Νότια, ακριβώς κάτω από την κορυφή, βρίσκεται μια μικρή λάκα, που, φάνταζε πανέμορφη με αυστηρά φωτογραφικά κριτήρια. Πρασινοκίτρινο γρασίδι και στην άκρη αριστερά, η φύση είχε ακολουθήσει τον χρυσό κανόνα των 2/3 κι είχε αφήσει ένα μοναχικό δεντράκι να αναπτυχθεί.

      Έβγαλα αρκετές φωτογραφίες από ψηλά αλλά ήθελα κι άλλες, από κοντά. Έτσι, όταν ο Γιάννης πρότεινε για την κάθοδό μας να κατευθυνθούμε προς εκείνη τη λάκα δεν έφερα καμιά αντίρρηση, αν και ήξερα πως δεν ήταν καθόλου καλή ιδέα

     Αρχίζουμε να κατεβαίνουμε σε μια αρχικά ομαλή πλαγιά. Τσάι παντού, ανθισμένο μόλις, μοσχοβολάει σε κάθε μας πατημασιά. Αριστερά ένα κοπάδι πρόβατα ακολουθεί μια εντελώς αντίθετη κατεύθυνση για να κατέβει. Τα αγνοούμε. Τι να ξέρουν κι αυτά. Τα πρόβατα.

     Η κατάβαση προς τη λάκα αποδεικνύεται αρκετά δύσκολη. Τα καταφέρνουμε όμως και αρχίζουμε να περπατάμε στη χαμηλή βλάστηση. Το έδαφος κάτω από τα χόρτα δεν είναι καθόλου ομαλό, όπως νομίζαμε κοιτάζοντας από ψηλά, και το περπάτημα είναι δύσκολο αφού υπάρχουν κρυμμένες μεγάλες πέτρες που μας  δυσκολεύουν.

    Βγήκαν όμως μερικές ωραίες φωτογραφίες με κόντρα φως από τον ήλιο που έδυε.

   Στο τελείωμα της λάκας μας περίμενε μια ακόμη δυσάρεστη έκπληξη. Η πλαγιά από κάτω ήταν απότομη με πολλές σαθρές πέτρες και, φυσικά, χωρίς να φαίνεται κάποιο ίχνος μονοπατιού. Παρόλα αυτά αποφασίσαμε να την κατέβουμε προσεκτικά γιατί το φως έφευγε γρήγορα.

      Τελικά αποδείχτηκε πως δεν ήταν και τόσο δύσκολο όσο φαινόταν.Σε πολλά σημεία συναντήσαμε ταμπελάκια και ίχνη μονοπατιού για να τα χάσουμε πολύ γρήγορα.

              Με τις τελευταίες ακτίνες του ήλιου κατεβήκαμε και πάλι στο οροπέδιο.

      Ο Κυριάκος και ο Στράτης είχαν από νωρίς ανάψει τα κάρβουνα και μας περίμεναν τα κρέατα και τα ψητά λαχανικά.

   To φως χάθηκε γρήγορα και ανάψαμε τους φακούς. 

   Όσοι ανεβήκαμε στην κορυφή είμασταν ψόφιοι στην κούραση. Πέσαμε μέσα στο φαγητό σαν να είχαμε μέρες να φάμε. Τα δε καραγιαννάκια δεν θυμόμαστε να έχουν φάει ποτέ τόσο πολύ. Τελικά το βουνό πράγματι ανοίγει την όρεξη.

     Σβήσαμε τους φακούς και μείναμε για λίγο στα σκοτεινά να θαυμάζουμε τον Γαλαξία. Το φεγγάρι δεν είχε ανατείλει ακόμη. Ο αέρας είχε πέσει και η σιγαλιά που επικρατούσε στο βουνό ήταν βάλσαμο για την ψυχή και το μυαλό. Σιγά σιγά αρχίσαμε να αποσυρόμαστε και, πριν να ακουμπήσουμε το κεφάλι στο μαξιλάρι, είχαμε ήδη κοιμηθεί.

    Κάποια στιγμή ξυπνάω μούσκεμα στον ιδρώτα. Μέσα στο Van κάνει πολύ ζέστη. Ανοίγω την πίσω πόρτα για να μπει λίγος αέρας και αυτό που αντικρίζω είναι πέρα από κάθε περιγραφή. Έχει ανατείλει το φεγγάρι πάνω από την Μεγάλη Τούρλα και όλα στο οροπέδιο είναι ασημένια και χρυσά. Κάθομαι λίγο και χαζεύω με το κεφάλι να κρέμεται έξω από το αυτοκίνητο. Η νύστα όμως υπερισχύει και κλείνω πάλι τα μάτια.

    Το πρωί αναρωτιόμουν αν όλη αυτή η ομορφιά υπήρξε πραγματικά ή το υποσυνείδητό μου, που λαχταρούσε να την δει, την πρόβαλλε σε κάποιο όνειρο.

 

………………………………………………………………………………………………………………………………

    Όταν ξυπνήσαμε στον πρόχειρο καταυλισμό μας δεν υπήρχε κανείς.

     Φτιάξαμε καφέ και πρωινό και σε λίγο είδαμε τις φιγούρες των φίλων να ξεπροβάλλουν από μια χαμηλή κορυφή απέναντι. Είχαν πάει, φυσικά, να μαζέψουν τσάι.

    Καθώς προχωρούσε η μέρα το οροπέδιο ζωντάνευε. Διάφορα αυτοκίνητα άρχισαν να ανεβαίνουν και να παρκάρουν κάτω από πρόχειρες σκιές ή κάτω από τον ήλιο που δυνάμωνε και, είμαι σίγουρος, ότι όλοι ζήλευαν το δεντράκι μας. Έπαιρναν μεγάλες σακούλες και χάνονταν στις πλαγιές και τις χαμηλές βουνοκορφές για να μαζέψουν τσάι.

     Πήρα το ποδήλατο και έκανα μια πολύ όμορφη βόλτα.

     Το οροπέδιο διασχίζει ένας χωματόδρομος που σε καλεί να τρέξεις και να κάνεις τρέλες.

    Όμως και εκτός δρόμου όλη η επιφάνεια είναι χωμάτινη με ελάχιστες πέτρες και αποτελεί ένα πολύ ευχάριστο τερέν για να ποδηλατείς με ένα τεράστιο χαμόγελο στα χείλη και με εκείνη την αγαλλίαση στο μυαλό, όπως όταν όλα είναι όπως πρέπει κι εσύ το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να χαράξεις πορεία και να αφεθείς.

     Σε λίγο ήρθαν και τα παιδιά με τα ποδήλατά τους και αποφασίσαμε να ακολουθήσουμε τον χωματόδρομο που διασχίζει το οροπέδιο.

Δεξιά μας είδαμε ένα χώρο με ποτίστρες για ζώα και δεξιά, στη σκιά ενός χαμηλού δέντρου έναν βοσκό. Μας συστήθηκε ως Γιώργος και ήταν από την Βαρβίτσα.

     Με άφησε να τον φωτογραφίσω, αλλά όταν το παράκανα με έβαλε στην θέση μου με ένα: «φτάνει τώρα». 

 

     Τον ρώτησα αν είναι δικό του το κοπάδι που είδαμε χθες το απόγευμα στην κορυφή και είπε πως τα πρόβατα είναι δικά του. Στην ερώτηση ποιος είναι μαζί τους αυτή την ώρα με κοίταξε απορημένος. «Κανείς» μου λέει. «Πως κανείς; Μόνα τους είναι;» «Αλλά! Τι… θα τρέχω εκεί πάνω;» «Και δε φεύγουν;» «Που να πάνε; Στο βουνό;» Ένοιωσα χαζός. «Και έρχονται μόνα τους;» «Ναι αμέ… Ξέρουν… Όταν διψάσουν έρχονται».

     Με έπιασαν οι οικολογικές μου ανησυχίες. «Και δεν τρώνε το τσάι, έτσι που είναι ανθισμένο;» «Τα πρόβατα δεν το τρώνε. Τα γίδια, ναι.»

      Και μου είπε πως όχι όλα τα γίδια, αλλά ενός συγκεκριμένου τσοπάνη. (Μου είπε και το όνομά του και το χωριό του, αλλά λέω να μην αναμοχλεύσω ίντριγκες και πάθη).

   Ο δρόμος συνέχιζε ως την άκρη του οροπεδίου.

    Σε λίγο στένευε και γινόταν κατηφορικός. Σκέφτηκα το ανέβασμα με τα παιδιά και γύρισα πίσω. Ο βοσκός μου είπε πως συνεχίζει για λίγο, περνάει δίπλα από το μαντρί του και γίνεται μονοπάτι που φτάνει ως το καταφύγιο. Η αλήθεια είναι πως κάπου υπήρχε και μια πινακίδα που σηματοδοτούσε την αρχή αυτού του μονοπατιού.

     Όταν φτάσαμε στο δεντράκι μας έπρεπε να αποφασίσουμε τι θα κάνουμε για μεσημέρι. Η διάταξη της κατασκήνωσης δεν ήταν καθόλου καλή και κανείς δεν ήταν διατεθειμένος να ψάχνει και πάλι για σκιά. Οι πιο πολλοί ήθελαν να τα μαζέψουμε και να πάμε πιο χαμηλά, ανάμεσα στα πεύκα και τα έλατα. Και τότε ξύπνησε ο πανηγυριώτης εαυτός μου.

Είχαμε στο van ένα δίχτυ σκίασης και μερικά από τα νάιλον που χρησιμοποιούμε στα πανηγύρια. Αλλάξαμε λίγο τη θέση των αυτοκινήτων, τα δέσαμε πάνω τους και στο δεντράκι και τα τεντώσαμε και φτιάξαμε μια πολύ καλή σκιά. Στρώθηκαν και πάλι τα τραπέζια και άρχισαν να ετοιμάζονται τα μεζεδάκια.

Ήταν η σειρά μου να φέρω νερό από το πηγάδι κοντά στο εκκλησάκι του προφήτη Ηλία.

    Είναι στενό και αρκετά βαθύ, κλεισμένο με τσιμεντένια πλάκα και μια μεταλλική καταπακτή με μια μικρή τρύπα στη μέση. Κανονικά κλείδωνε με λουκέτο για ασφάλεια αλλά δεν υπήρχε εκεί γύρω τίποτα τέτοιο.

    Μπορούσες να βγάλεις νερό με ένα μπουκάλι 500 ml, κομμένο στο πάνω μέρος και δεμένο με λεπτό σκοινί. Το νερό ήταν παγωμένο και πολύ νόστιμο, αλλά για να γεμίσεις ένα μπουκάλι του ενός λίτρου έπρεπε να είσαι εκεί κάνα μισάωρο. Το κομμένο μπουκάλι ήταν ελαφρύ και δεν βυθιζόταν στο νερό κι έπρεπε να ανεβοκατεβάζεις το σκοινί, μέχρι να πάρει λίγο νερό και να αρχίσει να βαραίνει.

     Είχαμε σκοπό με το Δήμο να γεμίσουμε ένα πεντόλιτρο. Σκέφτηκα να το δέσω στο σκοινί και να το ρίξω για να το γεμίσουμε απευθείας. Έπρεπε όμως να δέσουμε και κάτι βαρύ για να βυθίζεται. Μια μεγάλη πέτρα ας πούμε. Έλα όμως που εκεί γύρω δεν υπήρχε ούτε μεγάλη πέτρα ούτε μικρή. Χαμογελώντας με το παράλογο της υπόθεσης, να μην μπορώ να βρω μια μεγάλη πέτρα στο Πάρνωνα, απομακρύνθηκα αρκετά, ώσπου βρήκα μια και κάναμε τη δουλειά μας.

    Στην πλαγιά λίγο ψηλότερα από το πηγάδι, μια παρέα που είχε μαζέψει το τσάι που χρειαζόταν και το είχε ρίξει στο φαγοπότι κάτω από μερικά δεντράκια.

     Επιστρέφοντας στο δικό μας δέντρο τα φαγητά ήταν σερβιρισμένα και τα ποτά ευτυχώς ακόμη δροσερά.

    Φαγητό, ποτό και κουβέντα και ένα ελαφρύ αεράκι να μας δροσίζει. Όταν πια είχαμε χορτάσει και ξεδιψάσει και το μόνο που μας κρατούσε στο τραπέζι από τον ύπνο ήταν η παρέα και εκείνο το «λίγο ακόμα», πέρασε ο Γιώργος ο βοσκός. Είχε επισκεφθεί την παρέα στο πηγάδι και, σαν καλός οικοδεσπότης στο οροπέδιο, πέρασε κι από μας. Του βάλαμε κρασί και τον γνωρίσαμε καλύτερα.

     Ερχόταν μια φορά την ημέρα για να φέρει νερό και να αρμέξει τα πρόβατα. Το κοπάδι ήταν μόνο του. Δεν είχε σκυλιά. Κάποιος του τα είχε «φαρμακώσει», μας είπε με πόνο. Και τώρα έπρεπε να βρει άλλα, που όμως να έχουν μεγαλώσει σε στάνη «και να ξέρουν».

     Είναι και άλλοι τσοπάνηδες που έχουν κοπάδια στο βουνό, αλλά το έχουν χωρίσει μεταξύ τους σε περιοχές. Βέβαια μας τόνισε πως το βουνό δεν χωράει άλλα ζώα. (Κάποια παράπονα και συναδελφικές μπηχτές θα μου επιτραπεί και πάλι να αποσιωπήσω).

     Μας είπε πως για το κοπάδι του φοβόταν βέβαια τα τσακάλια, αλλά χειρότερα είναι τα «ανθρωποτσάκαλα». Μας μίλησε και για την οικογένειά του και η περηφάνια για τα τέσσερα παιδιά του δεν κρυβόταν.

     Μας είπε κι άλλες ιστορίες, οι πιο πολλές αστείες, όπως τότε που ανέβηκε για πρώτη φορά σε καράβι, κι άλλα πολλά, που όμως πέταξαν μακριά μου, καθώς έκλειναν τα μάτια μου.

   Σε όλη τη διάρκεια της επίσκεψής του ήταν εκεί  ο Δήμος και ο Κωστής και είχαν ενθουσιαστεί με τις ιστορίες του. Η Βίκυ είχε πέσει για ύπνο πριν έρθει. Τον συναντήσαμε και πάλι στο πανηγύρι της Τεγέας. Τα παιδιά ενθουσιάστηκαν που τον είδαν. Μάλιστα ο Δήμος, που θυμόταν ότι η Βίκυ δεν τον είχε γνωρίσει την σύστησε σοβαρός σοβαρός: «Κύριε Γιώργο, από εδώ η γυναίκα του μπαμπά μου».

     Με την πρώτη δροσούλα του απογεύματος με βαριά καρδιά φορτώσαμε και ξεκινήσαμε για την επιστροφή. Πρώτοι εμείς, Οι υπόλοιποι θα παρατείναν όσο μπορούσαν την παραμονή τους.

     Η επιστροφή το ίδιο δύσκολη για τις αναρτήσεις του van. Μόνο η μηχανή δεν ζορίστηκε ιδιαίτερα, αφού στο μεγαλύτερο διάστημα ήταν κατηφόρα.

    Ένα τελευταίο περιστατικό από τη διαδρομή θα μας μείνει αξέχαστο. Οδηγούσα και σκεφτόμουν πόσο ωραία θα ήταν η διαδρομή αν την κάναμε με ποδήλατο. Όμως τα κοπάδια μπορεί να μην είχαν τσοπάνους, είχαν όμως σίγουρα τσοπανόσκυλα, κι αυτό είναι δυο φορές πιο επικίνδυνο, αφού δεν υπάρχει κανείς να τα συγκρατήσει αν βρεθείς στο δρόμο τους. Για αυτό καλύτερη εποχή είναι στο τέλος του φθινοπώρου και στίς αρχές του χειμώνα μέχρι τις αρχές τις άνοιξης, όταν τα κοπάδια είναι στα χειμαδιά.

     Κι εκεί που σκεφτόμουν αυτά, συναντάμε ένα κοπάδι με πρόβατα στη μέση του δρόμου. Τσοπάνης βέβαια πουθενά, αλλά στην άκρη στεκόταν ένας μαυρόασπρος σκύλος, όχι ιδιαιτέρως μεγάλων διαστάσεων για ποιμενικός. Μας κοιτάζει και φαίνεται να μην ενοχλείται από την παρουσία μας. Κι εμείς είμαστε άνετοι από το ύψος της καμπίνας του van. Τα πρόβατα όμως τα χάνουν. Κάποια κάνουν στην άκρη καθώς προχωράμε σιγά σιγά, τα πιο πολλά όμως προχωρούν μπροστά και απομακρύνονται. Ξαφνικά ακούγεται ένα και μοναδικό γάβγισμα. Τα ζώα αμέσως μένουν ακίνητα εκεί που βρίσκονταν, όπως στα παιδικό παιχνίδι με τα «στρατιωτάκια αμίλητα ακούνητα». Κοκαλώνω κι εγώ το van για να μην τα πατήσω.

     Ο σκύλος έρχεται στο πλάι του δρόμου, γαβγίζει δυο τρεις φορές, σαν να τα μαλώνει που πάνε να φύγουν κι εκείνα συντεταγμένα ανεβαίνουν όλα στην πλαγιά αριστερά. Μόλις και το τελευταίο έχει απομακρυνθεί, ο σκύλος γυρίζει προς το μέρος μας κι αρχίζει να μας «μαλώνει» γαβγίζοντας που πήγαμε να του πάρουμε το κοπάδι.

    Τότε μόνο κατάλαβα την πίκρα του Γιώργου για τα σκυλιά που του «φαρμάκωσαν» τα «ανθρωποτσάκαλα» και γιατί ήθελε σκυλί «μεγαλωμένο σε στάνη».

Φωτογραφίες